Αντηλιακά προϊόντα: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε. Μέρος B: Αντηλιακά προϊόντα

0

Πατήστε εδώ για το Μέρος Α: Υπεριώδης ηλιακή ακτινοβολία

Αντηλιακά προϊόντα

Τι είναι ο SPF

Χρόνος εγκαύματος και SPF

Τρόπος εφαρμογής αντηλιακών προϊόντων

Πιθανές επιδράσεις στην υγεία

Τα αντηλιακά φίλτρα στο περιβάλλον

Αντηλιακά προϊόντα

Τα αντηλιακά προϊόντα είναι καλλυντικά προϊόντα που σχεδιάζονται για να προστατεύουν τους χρήστες τους από τις βλαπτικές επιδράσεις της υπεριώδους ακτινοβολίας. Ανάλογα με τα συστατικά τους, προσφέρουν προστασία είτε από την UV-B είτε από την UV-B και την UV-A ταυτόχρονα. Πάνω από την οριακή τιμή UV Index 3 (βλ. Μέρος Α για τον UV Index), οι σχετικοί διεθνείς οργανισμοί (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός, Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών και Διεθνής Επιτροπή Προστασίας από τη Μη-Ιονίζουσα Ακτινοβολία) προτείνουν, μεταξύ άλλων, τη χρήση αντηλιακού.

Στα καταστήματα, υπάρχουν αντηλιακές κρέμες, σπρέι, κραγιόν και πολλά άλλα καλλυντικά προϊόντα που περιέχουν αντηλιακά φίλτρα (π.χ. προϊόντα περιποίησης μαλλιών). Η προστασία οφείλεται στην παρουσία ενεργών ως προς την υπεριώδη ακτινοβολία συστατικών (είτε οργανικοί χημικοί απορροφητές είτε οξείδια μετάλλων). Επίσης, τα αντηλιακά προϊόντα περιέχουν και πλήθος μη ενεργών ως προς την ακτινοβολία συστατικών (π.χ. νερό, συντηρητικά, αρώματα). Στην περίπτωση των αρωμάτων, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι οι σχετικοί όροι “fragrance”, “perfume”, “parfum” υποδηλώνουν ομάδα συστατικών και όχι μεμωνομένα συστατικά. Η σύστασή τους αποτελεί εμπορικό μυστικό και δεν αποκαλύπτεται. Το πρόβλημα είναι ότι εάν, για παράδειγμα, ο καταναλωτής δεν επιθυμεί να εκτίθεται σε κάποιες ουσίες, π.χ. σε φθαλικές ενώσεις, θα εκτεθεί σε αυτές στην περίπτωση που οι εν λόγω ουσίες «κρύβονται» μέσα στα αρώματα.

Οι οργανικοί χημικοί απορροφητές απορροφούν την υπεριώδη ακτινοβολία και τη μετατρέπουν σε ακτινοβολία χαμηλότερης ενέργειας, από την οποία δεν αναμένεται βιολογικό αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, τα φωτόνια της ακτινοβολίας δίνουν την ενέργειά τους στα μόρια του αντηλιακού, τα διεγείρουν και αυτά, καθώς αποδιεγείρονται, εκπέμπουν ενέργεια χαμηλότερης συχνότητας (μεγαλύτερου μήκους κύματος). Παραδείγματα οργανικών χημικών απορροφητών είναι τα φίλτρα Oxybenzone, Octyl methoxycinnamate, PABA, Avobenzone και τα Tinosorb M και S.

Τα οξείδια των μετάλλων δρουν, κατά κύριο λόγο, μέσω σκέδασης και ανάκλασης. Βέβαια, επειδή τα υλικά αυτά είναι και ημιαγωγοί, έχουν και τη δυνατότητα να απορροφούν συγκεκριμένα μήκη κύματος (παρατηρείται μεταφορά ηλεκτρονίων από τη ζώνη σθένους στη ζώνη αγωγιμότητας, δημιουργία οπών στη ζώνη σθένους, επανασύνδεση ηλεκτρονίων και οπών και εκπομπή ασθενέστερης ενέργειας – δεν περιγράφεται αναλυτικά η διαδικασία εδώ, γιατί ξεφεύγει από το ρόλο του παρόντος άρθρου).

Τα τελευταία χρόνια, χρησιμοποιείται η νανοσωματιδιακή μορφή των οξειδίων των μετάλλων, εξαιτίας, κυρίως, του μη επιθυμητού αισθητικού αποτελέσματος που εμφανιζόταν στο δέρμα λόγω της αυξημένης σκέδασης του ορατού φωτός από τα «μεγάλα» σωματίδια (στρώση λευκού χρώματος). Βέβαια, μειώνοντας το μέγεθος των σωματιδίων, μειώνεται και η αποτελεσματικότητα έναντι στην UV-A (αντιμετωπίζεται με την προσθήκη άλλων φίλτρων). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι τα νανοσωματίδια είναι επιστρωμένα με ειδικές επιστρώσεις, για να είναι πιο ασφαλή και αποδοτικά. Τα νανοσωματίδια που χρησιμοποιούνται την παρούσα χρονική στιγμή είναι το διοξείδιο του τιτανίου και το οξείδιο του ψευδαργύρου.

Τα αντηλιακά προϊόντα περιέχουν συχνά και αντιοξειδωτικά συστατικά για την προστασία του δέρματος από τις ελεύθερες ρίζες (π.χ. φλαβονοειδή, βιταμίνες C και E), αλλά μπορεί να περιέχουν ακόμα και μελατονίνη (προσοχή, άλλο μελανίνη, άλλο μελατονίνη – η μελατονίνη είναι ορμόνη που έχει, μεταξύ άλλων, αντιοξειδωτική δράση).

Ένα τυπικό αντηλιακό προϊόν περιέχει συνδυασμό φίλτρων με στόχο την αύξηση του SPF. Εάν, για παράδειγμα, το προϊόν περιέχει και οξείδια μετάλλων, που προκαλούν σκέδαση και άρα αυξάνουν τη διαδρομή των φωτονίων της ακτινοβολίας, δίνει τη δυνατότητα στους χημικούς απορροφητές να απορροφήσουν ακόμα περισσότερα από τα φωτόνια της ακτινοβολίας.

Τι είναι ο SPF

O SPF (Sun Protection Factor) είναι ένας αδιάστατος αριθμός που δηλώνει μόνο το επίπεδο προστασίας από το έγκαυμα και, άρα, σχετίζεται κυρίως με την UV-B ακτινοβολία. Οι αριθμοί SPF που αναγράφονται στις ετικέτες έχουν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά για ποσότητα 2 mg ανά τετραγωνικό εκατοστό του δέρματος (βλ. Faurschou and Wulf, 2007). Προκύπτει διαιρώντας την ελάχιστη δόση ακτινοβολίας που προκαλεί ερύθημα σε προστατευμένο με αντηλιακό δέρμα με την αντίστοιχη ελάχιστη δόση για απροστάτευτο δέρμα. Δεν παραμένει σταθερός και μεταβάλλεται από πλήθος παραγόντων, όπως την επαφή με τα ρούχα, το νερό και τον ιδρώτα.

Η λογική του είναι ότι (θεωρητικά και μόνο) αν πολλαπλασιάσουμε το χρόνο εγκαύματος για το δερματικό μας τύπο για μια συγκεκριμένη ημέρα (πρέπει να γνωρίζουμε το UV Index, βλ. στη συνέχεια πιο αναλυτικά) με το SPF, προκύπτει ένας αυξημένος χρόνος εγκαύματος (Προσοχή: αναφέρεται μόνο στο έγκαυμα και όχι στις άλλες επιδράσεις της UV).

Εκτιμάται ότι ο SPF αυξάνεται εκθετικά με την ποσότητα που τοποθετούμε στο δέρμα μας και, για παράδειγμα, εάν έχουμε ένα προϊόν με SPF 4 (τιμή στην ετικέτα, αναφέρεται σε ποσότητα 2 mg/cm2), βάζοντας 4 mg / cm2, αναμένεται να αποδώσει έναν SPF περίπου 17 (Faurschou and Wulf, 2007). Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν πρέπει να εφαρμόζουμε χημικά προϊόντα πάνω μας σε μεγάλες ποσότητες για λάθος λόγους.

Χρόνος εγκαύματος και SPF

Ανάλογα με το δερματικό τύπο (βλ. παραπάνω εικόνα, αρχική πηγή: ARPANSA, 2010) και με χρήση μαθηματικών υπολογισμών (ξεφεύγουν από τη λογική του παρόντος άρθρου και γι’ αυτό δεν παρουσιάζονται εδώ), προκύπτει το σχετικό διάγραμμα (οριζόντιας άξονας: UV Index & κάθετος άξονας: λεπτά).

Παράδειγμα ερμηνείας διαγράμματος

Ένα άτομο με δερματικό τύπο ΙΙ, σε μια γεωγραφική περιοχή και μια ημέρα για την οποία έχουμε UV-index 10, θεωρητικά πάντα, θα πάθει έγκαυμα σε περίπου 16,5 λεπτά. Εάν, τώρα, χρησιμοποιήσει αντηλιακό, π.χ. με SPF 15, ο προηγούμενος χρόνος πολλαπλασιάζεται με το 15 (περίπου 250 λεπτά). Όμως, ο χρόνος αυτός είναι παραπλανητικός, γιατί η πλειοψηφία των χρηστών εφαρμόζει μόνο το 1/5 έως το 1/3 της ποσότητας του αντηλιακού που χρησιμοποιείται στα εργαστηριακά πειράματα γι’ αυτούς τους υπολογισμούς (Autier et al., 2007).

Τρόπος εφαρμογής αντηλιακών προϊόντων

Σε κάθε περίπτωση, συνίσταται περιορισμός της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία μεταξύ 10πμ και 4μμ και χρήση κατάλληλου ρουχισμού (π.χ. μια λεπτή άσπρη μακρυμάνικη μπλούζα είναι από τις καλύτερες επιλογές που μπορεί να κάνει κάποιος). Τα αντηλιακά είναι συμπληρωματικό μέσο προστασίας και για να εφαρμόζονται σωστά, θα πρέπει, σε πρώτη φάση, ο καταναλωτής να εφαρμόζει την κατάλληλη ποσότητα. Να σημειωθεί ξανά στο σημείο αυτό ότι οι SPF που αναγράφονται στις ετικέτες είναι επιβεβαιωμένοι εργαστηριακά για 2 mg ανά τετραγωνικό εκατοστό του δέρματος. Στην πράξη, όμως, οι καταναλωτές εφαρμόζουν περίπου 0.5 mg ανά τετραγωνικό εκατοστό του δέρματός τους (Faurschou and Wulf, 2007).

Επίσης, θα πρέπει το προϊόν να εφαρμόζεται τοπικά τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την έκθεση, για να προλαβαίνει να διαχέεται στην κεράτινη στιβάδα. Επίσης, συνίσταται να γίνεται επανατοποθέτηση κάθε δύο ώρες. Ακόμη, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο SPF δεν παραμένει σταθερός και ότι το νερό και ο ιδρώτας το επηρεάζουν. Η ανθεκτικότητα στο νερό είναι αναγκαία, αλλά η πραγματικότητα είναι τέτοια που, με απλά λόγια, επιβάλλει τη χρήση του όρου “water resistant” αντί του όρου “water proof”. Η ανθεκτικότητα δε γίνεται να είναι μόνιμη. Αξίζει να αναφερθούμε στην απόφαση του US Food and Drug Administration (FDA) να απαγορεύσει την εμφάνιση των όρων “waterproof” και “sweatproof” από τις ετικέτες των αντηλιακών προϊόντων και να επιτρέψει μόνο την αναφορά στην ανθεκτικότητα στο νερό (“water resistance”) με μοναδικές επιτρεπόμενες τιμές αυτής των 40 λεπτών και των 80 λεπτών.

Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα, ο καταναλωτής θα πρέπει ο ίδιος να εκτιμά το πώς θα χρησιμοποιήσει το προϊόν, αφού το όλο ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό και ευαίσθητο στις εξωτερικές συνθήκες του περιβάλλοντος και στις συνήθειες του ίδιου του καταναλωτή. Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι παρά το γεγονός ότι το κοινό είναι ενήμερο για τις επιδράσεις της υπεριώδους ηλιακής ακτινοβολίας, κατακλύζει τις παραλίες τις μεσημεριανές ώρες, εφαρμόζει συνεχώς προϊόντα με χαμηλό SPF που ενισχύουν το μαύρισμα και αισθάνεται ένα εσφαλμένο αίσθημα προστασίας. Άρα, δεδομένων των συνθηκών αυτών, η ορθή χρήση αντηλιακών προϊόντων είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα αντηλιακά είναι συμπληρωματικό μέτρο προστασίας και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να επιμηκύνεται ο χρόνος έκθεσης στον ήλιο. Η εσφαλμένη αντίληψη της επαρκούς προστασίας κρύβει κινδύνους για το κοινό. Επιπλέον, η συνετή χρήση και η συνετή αποφυγή έκθεσης (στο μεσημεριανό ήλιο / στα χημικά προϊόντα) θα έπρεπε να καθορίζουν τις επιλογές μας και όχι το επιθυμητό μαύρισμα.

Πιθανές επιδράσεις στην υγεία

Καταρχήν, πρέπει να καταστεί σαφές ότι, σε κάθε περίπτωση, τα σύγχρονα αντηλιακά προϊόντα σχεδιάζονται για να είναι ασφαλή, τηρούν όλες τις νομοθεσίες, είναι αποτελεσματικά και είναι προϊόντα που πρέπει να χρησιμοποιούμε. Ωστόσο, ειδικά στο χώρο των καλλυντικών προϊόντων, πρέπει να γίνονται και όντως γίνονται συνεχώς νεότερες έρευνες για όλο και πιο ασφαλή χημικά προϊόντα καθημερινής χρήσης. Προς αυτήν την κατεύθυνση, χωρίς χαρακτηριστικά «χημειοφοβίας», θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όλη η διαθέσιμη επιστημονική πληροφορία και να αξιολογείται αναλόγως.

Δύο τρόποι έκθεσης που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής είναι η επαφή τους με μη υγιές δέρμα (περνούν πιο εύκολα στο αίμα) και η συνήθεια από το «χέρι στο στόμα», κάτι που παρατηρείται συχνά στα παιδιά. Ακόμη, έκθεση συμβαίνει και μέσω της εισπνοής (αντηλιακά σπρέι, αρώματα). Επιπλέον, δεν πρέπει να αγνοούμε το ότι είναι πολύ πιθανόν κάποιες από τις ουσίες αυτές να δρουν ως επιταχυντές δερμικής διαβατότητας για άλλες ουσίες που έρχονται σε επαφή με το δέρμα, όπως τα φυτοφάρμακα, αφού είναι συνηθισμένο να προτείνεται στους αγρότες που εργάζονται πολλές ώρες κάτω από τον ήλιο να χρησιμοποιούν αντηλιακά προϊόντα (βλ. Pont et al., 2004).

Κατά κύριο λόγο, οι οργανικοί χημικοί απορροφητές έχουν συνδεθεί με αλλεργικές αντιδράσεις και τα οξείδια των μετάλλων με οξειδωτικές δράσεις. Επίσης, έρευνες σε πειραματόζωα απέδειξαν τη δυνατότητα ορισμένων οργανικών χημικών απορροφητών να διαταράσσουν τη φυσιολογική λειτουργία του ενδοκρινικού συστήματος (ενδοκρινικοί διαταράκτες) και του αναπαραγωγικού συστήματος (π.χ. προβληματικά χαρακτηριστικά σπέρματος, μεταβολές στους οιστρικούς κύκλους). Όσον αφορά τα οξείδια των μετάλλων και τη νανοσωματιδικακή μορφή τους, διατυπώνονται ανησυχίες σχετικά με την πιθανότητα να διαπερνούν τον πλακούντα και να επιδρούν στο έμβρυο (βλ. Takeda et al., 2009; Kulvietis et al., 2011).

Εκτός από τα αντηλιακά φίλτρα, τα αντηλιακά προϊόντα ενδέχεται να περιέχουν και άλλες «ύποπτες» ουσίες στη λίστα με τα συστατικά τους, με αποτέλεσμα, ο καταναλωτής να εκτίθεται σε μείγματα χημικών ουσιών. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, γίνεται μεγάλη συζήτηση σχετικά με την πιθανή απρόβλεπτη δράση των μειγμάτων ουσιών που μπορούν να δρουν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες, ακόμα και αν οι ουσίες αυτές βρίσκονται σε συγκεντρώσεις που μία-μία ξεχωριστά δεν αναμένεται να δημιουργήσει πρόβλημα (βλ. Kortenkamp, 2007). Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι αντηλιακά φίλτρα έχουν ανιχνευθεί σε ανθρώπινο αίμα, ούρα και γάλα.

Τα αντηλιακά φίλτρα στο περιβάλλον

Τα αντηλιακά προϊόντα αποτελούν πηγή ρύπανσης για το περιβάλλον και, ειδικότερα, για τους υδάτινους αποδέκτες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, πρόκειται για ενεργούς βιολογικά και επίμονους ρυπαντές με υψηλή λιποφιλικότητα που τους καθιστά βιοσυσσωρεύσιμους και τους δίνει τη δυνατότητα να μετακινούνται κατά μήκος της τροφικής αλυσίδας. Εντοπίζονται σε νερά (όχι μόνο στη θάλασσα), σε ιζήματα, σε ψάρια και σε πτηνά που έχουν τραφεί με μολυσμένα ψάρια. Στους υδάτινους αποδέκτες (συμπεριλαμβάνονται και τα υπόγεια ύδατα), καταλήγουν μέσω των αποβλήτων της σχετικής βιομηχανίας, από το ανθρώπινο σώμα (μπάνιο στη θάλασσα, σε λίμνες, ποτάμια, πλύσιμο στο σπίτι), από τις συσκευασίες με υπολείμματα που πετάμε στα σκουπίδια και τα επακόλουθα στραγγίσματα από τους χώρους τελικής διάθεσης των απορριμμάτων και από τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι προκαλούν αποχρωματισμό των κοραλλιογενών υφάλων, κάτι που είναι εξαιρετικά επικίνδυνο εάν συνεκτιμηθούν η μεγάλη επισκεψιμότητα των περιοχών αυτών, οι τεράστιες ποσότητες αντηλιακών φίλτρων που καταλήγουν στα νερά των εν λόγω περιοχών (χιλιάδες τόνοι), αλλά και οι αρνητικές επιδράσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη στους κοραλλιογενείς υφάλους. Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις για αρνητικές επιδράσεις στο φυτοπλαγκτόν (βλ. Danovaro et al., 2008; Miller et al., 2010). Κάτι άλλο που πρέπει να έχουμε κατά νου αφορά τα παραπροϊόντα που δημιουργούνται κατά τη διαδικασία της χλωρίωσης (μέθοδος απολύμανσης, εφαρμόζεται συχνά στις πισίνες), όπου διατυπώνονται ανησυχίες σχετικά με τη δυνατότητα παραγωγής μεταλλαξιογόνων ουσιών (βλ. Nakajima et al., 2009). Με δυο λόγια, τα αντηλιακά φίλτρα είναι περιβαλλοντικοί ρυπαντές και ο κίνδυνος από την παρουσία τους στο περιβάλλον δεν πρέπει να υποτιμηθεί σε καμία περίπτωση.

Σωτήριος Γ. Μάιπας
Φυσικός MSc, PhD Cd
Διαχειριστής του onpodium.gr-The art of sharing knowledge
Επ. Συνεργάτης ΠΜΣ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ «Περιβάλλον και Υγεία. Διαχείριση Περιβαλλοντικών Θεμάτων με Επιπτώσεις στην Υγεία»

 

Βιβλιογραφία

Του αρθογράφου:

Maipas, S., Nicolopoulou-Stamati, P. (2015), «Sun lotion chemicals as endocrine disruptors». Hormones, 14.1, 32-46, doi: 10.14310/horm.2002.1572

Μάιπας, Σ. (2014), Αντηλιακά Προϊόντα. Μέρος Α: Τα αντηλιακά προϊόντα ως μέσο προστασίας από την υπεριώδη ηλιακή ακτινοβολία, Μέρος Β: Δυνητικοί κίνδυνοι για την Υγεία και το Περιβάλλον – Αναδυόμενος Περιβαλλοντικός Κίνδυνος, Διπλωματική εργασία Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Περιβάλλον και Υγεία. Διαχείριση Περιβαλλοντικών Θεμάτων με Επιπτώσεις στην Υγεία», Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ

– – – – – – – – – – Για μια πιο ορθή και πλήρη παρουσίαση των βιβλιογραφικών αναφορών που χρησιμοποιήθηκαν, παρακαλώ συμβουλευετείτε το αρχείο της διπλωματικής (κλικ εδώ) – – – – – – – – – – –

Άλλες πηγές:

Australian Radiation Protection and Nuclear Safety Agency (ARPANSA), 2010, Fitzpatrick skin type (questionnaire with score). Available at: http://www.arpansa.gov.au/pubs/RadiationProtection/FitzpatrickSkinType.pdf (Accessed: 05/03/17)

Autier, P., Boniol, M., Doré, J.-F. (2007),”Sunscreen use and increased duration of intentional sun exposure: Still a burning issue”, International Journal of Cancer, 121,1-5

Bais, A. F., Lubin, D., Arola, A., Bernhard, G., Blumthaler, M., Chubarova, N., Erlick, C., Gies, H. P., Krotkov, N., Lantz, K., Maye,r B., McKenzie, R. L., Piacentini, R. D., Seckmeyer, G., Slusser, J. R., Zerefos, C. S. (2007), “Surface ultraviolet radiation: past, present, and future”, In: WMO, 2007, Scientific Assessment of Ozone Depletion: 2006, Global Ozone Research and Monitoring Project – Report No. 50, Geneva, World Meteorological Organization

Brenner, M., Hearing, V. J. (2008), “The protective role of melanin against UV damage in human skin”, Photochemistry and Photobiology, 84, 539-549

Danovaro ,R., Bongiorni, L., Corinaldesi, C., Giovannelli, D., Damiani, E., Astolfi, P., Greci, L., Pusceddu, A. (2008), “Sunscreens cause coral bleaching by promoting viral infections”, Environmental Health Perspectives, 116, 441-447

Diffey, B. L. (1998), “Ultraviolet radiation and human health”, Clinics in Dermatology, 16, 83-89

Faurschou, A., Wulf, H. C. (2007), “The relation between sun protection factor and amount of sunscreen applied in vivo”, British Journal of Dermatology, 156, 716-719

Feister, U., Laschewski, G., Grewe, R.-D. (2011), “UV index forecasts and measurements of health-effective radiation”, Journal of Photochemistry and Photobiology B: Biology, 102, 55-68

Fent, K., Kunz, P. Y., Gomez, E. (2008), “UV filters in the aquatic environment induce hormonal effects and affect fertility and reproduction in fish”, Chimia, 62, 368-375

Giokas, D. L., Salvador, A., Chisvert, A. (2007), “UV filters: From sunscreens to human body and the environment”, Trends in Analytical Chemistry, 26, 360-374

Holick, M. F. (2003), “Vitamin D: A millenium perspective”, Journal of Cellular Biochemistry, 88, 296-307

Holick, M. F. (2005), “Vitamin D: Important for prevention of osteoporosis, cardiovascular heart disease, type 1 diabetes, autoimmune diseases, and some cancers”, Southern Medical Journal, 98, 1024-1027

Holick, M. F., Chen, T. C. (2008), “Vitamin D deficiency: a worldwide problem with health consequences”, The American Journal of Clinical Nutrition, 87, 1080S-1086S

Kaidbey, K. H., Kligman, A. M. (1978), “Sunburn protection by longwave ultraviolet radiation-induced pigmentation”, Archives of Dermatology, 114, 46-48

Kollias, N., Sayre, R. M., Zeise, L., Chedekel, M. R. (1991), “Photoprotection by melanin”, Journal of Photochemistry and Photobiology B: Biology, 9, 135-160

Kortenkamp, A. (2007), “Ten years of mixing cocktails: A review of combination effects of endocrine-disrupting chemicals”, Environmental Health Perspectives, 115, 98-105

Kulvietis, V., Zalgeviciene, V., Didziapetriene, J., Rotomskis, R. (2011), “Transport of nanoparticles through the placental barrier”, Tohoku Journal of Experimental Medicine, 225, 225-234

Liley, J. B., McKenzie, R. L. (2006), “Where on Earth has the highest UV?”, National Institute of Water & Atmospheric Research (NIWA), 2006 UV Workshop Proceedings, available at https://www.niwa.co.nz/sites/niwa.co.nz/files/import/attachments/Liley_2.pdf (Accessed on 06/03/17)

McKenzie, R. L., Liley, J. B., Bjorn, L. O. (2009), “UV radiation: Balancing risks and benefits”, Photochemistry and Photobiology, 85, 88-98

Miller, R. J., Lenihan, H. S., Muller, E. B., Tseng, N, Hanna, S. K., Keller, A. A. (2010), “Impacts of metal oxide nanoparticles on marine phytoplankton”, Environmental Science & Technology, 44, 7329-7334

Nakajima, M., Kawakami, T., Niino, T., Takahashi, Y., Onodera, S. (2009), “Aquatic fate of sunscreen agents octyl-4-methoxycinnamate and octyl-4-dimethylaminobenzoate in model swimming pools and the mutagenic assays of their chlorination byproducts”. Journal of Health Science, 55, 363-372

Pont, A. R., Charron, A. R., Brand, R. M. (2004), “Active ingredients in sunscreens act as topical penetration enhancers for the herbicide 2,4-dichlorophenoxyacetic acid”, Toxicology and Applied Pharmacology, 195, 348-354

Reichrath, J. (2006), “The challenge resulting from positive and negative effects of sunlight: How much solar UV exposure is appropriate to balance between risks of vitamin D deficiency and skin cancer?”, Progress in Biophysics and Molecular Biology, 92, 9-16

Sheehan ,J. M., Potten, C. S., Young, A. R. (1998) “Tanning in human skin types II and III offers modest photoprotection against erythema”, Photochemistry and Photobiology, 68, 588-592

Takeda, K., Suzuki, K., Ishihara, A., Kubo-Irie, M., Fujimoto, R., Tabata, M., Oshio, S., Nihei, Y., Ihara, T., Sugamata, M. (2009), “Nanoparticles transferred from pregnant mice to their offspring can damage the genital and cranial nerve systems”, Journal of Health Science, 55, 95-102

Tourpali, K., Bais, A. F., Kazantzidis, A., Zerefos, C. S., Akiyoshi, H., Austin, J., Brühl, C., Butchart, N., Chipperfield, M. P., Dameris, M., Deushi, M., Eyring, V., Giorgetta, M. A., Kinnison, D. E., Mancini, E., Marsh, D. R., Nagashima, T., Pitari, G., Plummer, D. A., Rozanov, E., Shibata, K., Tian, W. (2009), “Clear sky UV simulations for the 21st century based on ozone and temperature projections from chemistry-climate models”, Atmospheric Chemistry and Physics, 9, 1165-1172

US FDA (2012, Created: June 2011), “FDA sheds light on sunscreens”. Available at: http://www.fda.gov/downloads/ForConsumers/ConsumerUpdates/UCM258910.pdf (Accessed: 29/04/13) – αν το link δε λειτουργεί, δοκιμάστε εδώ: http://www.keys-soap.com/keysblog/articles/fda_0611.pdf (Accessed: 06/03/17).

WHO (1996), Health and Environmental Effects of Ultraviolet Radiation. A Scientific Summary of Environmental Health Criteria 160, Ultraviolet Radiation. Available at: http://www.who.int/uv/publications/UVEHeffects.pdf (Accessed: 05/03/17)

WHO, 2003, Sun protection message for tourists. Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://www.who.int/uv/publications/en/tourists.pdf (Accessed: 05/03/17)

WHO, WMO, UNEP, ICNIRP (2002), GLOBAL SOLAR UV INDEX: A practical guide, Geneva, World Health Organization. Available at: http://www.who.int/uv/publications/en/UVIGuide.pdf (Accessed: 05/03/17)

Μπάης, Α., Μπαλής, Δ., Τουρπάλη, Κ. (2008), Φυσική της Ατμόσφαιρας, Θεσσαλονίκη: Τμήμα Εκδόσεων ΑΠΘ

Print

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here